Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Φιλί στα σπλάχνα




 

Εκεί που ζωντανεύουνε τ' αγάλματα 
κι οι μάσκες σπέρνουν θανατικές ποινές στο χωροχρόνο .

Κυριευμένη κάμαρα  αταξία προγονική 
αυταπάτη της παιδικής αγρύπνιας  
-μέθη πικρή και σκλαβωμένη μέλισσα, κυρήθρα άγουρης συνουσίας
δεν χωράς-
μια φωτεινή στιγμή  ένας γαλάζιος τοίχος θωρακισμένες μνήμες ,
ένας γλύπτης και μια γυναίκα θάλασσα
μαντήλι στερνό στους ώμους μια τρύπα ιέρια αγναντεύει .


 Ποιός έκλεψε το όνειρο 
καρπούς αθανασίας πίσω απ'το παραβάν που γδύνεσαι
ποιός δάκρυσε για μια βαλίτσα χρώματα κι ανάσες κουμπωμένες
και η σιωπή τι να ζητάει εδώ ενώ σε ψάχνω έξω ;

  
   Μέσα έξω, έξω μέσα είμαι είσαι ο θάνατος σκυφτός αγύρτης
συγυρίζεις έπιπλα ,
εξοστρακίζεις ανομολόγητες κραυγές
 εκλάμψεις άτακτης σκόνης
κόκκινη λίμνη από καμμένα κεριά παραβιασμένης γέννας 
 κι ανάσταση απ' τον λώρο των ελαιώνων .

Γη . Στην γη ονειρέψου . Την γη να την πατάς  
να φανερώνεσαι στους κήπους .
Να σπέρνεις στην αγκαλιά της Ηλιοτρόπια. 


 Σε πλάθω όρθια στη γύμνια μιας ανατροπής
φιλί στα σπλάχνα 

άρπα μελωδική στη νυχτωδία του κόσμου.
 

Μάγος εκτελεστής μιας ικεσίας πληρωμένης
αιθέρες πλάνα ξωτικά τα πόδια σου καπέλα γητευτές τυλίγουν
πέρνα μέσα απ' τα μάτια μου ουράνια πλεύση και πιάσε εκείνο πουλί απ' το χέρι .

Ο Μίτος


  Μπες στην λάμψη από την φωτιά που καίγεται
και κάνε τα δώρα της ναούς στα κρύα δωμάτια της ψυχής θηρία ,
μην αφήνεις τις στάχτες να σε παραπλανούν
είναι τυφλές για να δαμάσουν το αδάμαστο .

Αλλοπαρμένες μάγισσες , χατήρια των δαιμόνων 
ψίχα μεταξοσκώληκα που πνίγεται στο ίδιο το μετάξι.

Η σκάλα και η δροσοσταλιά της γης κοιτάζουν την Ιθάκη ,
η αυγή τάζει στο νήμα να επιστρέφει έστω και μέσα από κραυγή ,
έστω κι αν η Αριάδνη σέρνει αγκαλιά τα παραμύθια
σαν βρέφη που προδόθηκαν μες στης πλημμύρας το μακρύ καράβι ,
στης γέννας το θολό νερό , στον διχασμό  ουράνιου τόξου.

Τρόμαξε τότε σαν κοίταξε με μάτια υγρά και μόνα
εκείνον της μοίρας τον λαβύρινθο να ξετυλίγει αδίστακτα τον Μίτο. 



                                                                                          18-01-2014

Σκιρτήματα



  Ακόμη και τα μαραμένα φύλλα δεν τελειώνουν με μια πτώση.
Στο καθαρό πουκάμισο στίγματα οι λεκέδες 
από νύχτες που δεν απολογήθηκαν ,
από  μέρες που δεν σηκώνονται ούτε με σκοινιά .

 Τι ώρα ήταν όταν η σκόνη παγίδευε τα μάτια
που αντιστέκονταν και η ανάσα γεννιόταν στις φτέρνες
σαν βέλος που στοχεύει την απάτητη φαντασία ;

 Ξεριζώθηκαν όλα κι έμεινε στη μέση η γιορτή;
Οι άλλοι γυρίσαν ;
Τα ρολόγια χτυπούν ακόμη στις στοές του χρόνου ;

 Πώς θα σε ακούω όταν δεν βρέχει
και δεν θα μυρίζω φρέσκο χώμα
για να φυλάω τις στιγμές που περπατήσσμε μουσκεμένοι
μα ζεστοί από το αίμα της αγρύπνιας ;

Πώς θα επιστρέψω αν πάψω να θυμάμαι την αρχή
πώς ν ' αψηφίσω το σκίρτημα του ανέμου
καραβάκι κόντρα στην αυταπάτη .


                                                                           22-11-2012

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Λόγος κοινός


      


   
     Αγνές προθέσεις στέγασμα ουρανού
   χρόνου απόθεμα θέματος θέσης 
 στόκο στα παράθυρα από ηλιαχτίδες που μαρμάρωσαν
 σινιάλο να ξεμπερδεύει η ασύμβατη πλοκή ,

 _τα τζιτζίκια ξενύχτησαν στο προσκεφάλι
 της αγάπης που γύρισε πλευρό
μα πάλι αγάπη  θα είναι_

 Το καλοκαίρι διψάει κουλουριασμένο
σ’ ένα κλαράκι ερημιάς
θολό  πεδίο  η μήτρα της ζωής ,
φωνή εγκλωβίζεται σε ψίθυρους σκόνης
κι ό,τι δεν είδες δεν βλέπει δρόμο στα ζητούμενα
ούτε κι η σάρκα στο είδωλο το αγαπημένο
 να φυλακίσει την ψυχή .

  Είσαι δεν είμαι
λόγος κοινός είναι γραμμένος στην όψη του νερού ,
είμαι να είσαι έμβρυο δώρο
εγώ είμαι που δεν ήσουν το είναι μου να είναι εσύ
ό, τι είμαστε είναι γέννα κοινή του Δία τεχνάσματα
κι έπαψαν ν’ ανασαίνουν τα σπλάχνα
στο πρώτο  κατειλημμένο  κοίταγμα .

 Ώρες , λύπη,  χρόνια λείπει .

Τώρα η θάλασσα έγινε αδερφή
ο ήλιος μονάκριβος πατέρας
οι λέξεις σταμάτησαν να ευνουχίζουν
εκείνον που πλησιάζει απαλλαγμένος.



Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Κάπου στη μέση






   Κάπου στη μέση συναντώνται κι αναπνέουν όλα ,
στο ξάγρυπνο βλέμμα του ήλιου
στην ευχή ενός παιδιού που ανασταίνει τις πιο τυφλές ελπίδες
σαν δεν συνθλίβονται  στα δόντια ανταριασμένης χείμμαιρας
στου κάτω κόσμου το αναίσχυντο προβάδισμα .

  Κι ετούτα τ' αγκάθια τρυπώνουν σε ραγισμένες συνειδήσεις
 σπέρνει ο άνεμος φωτιές απ' τα τραγούδια που έσβησαν ...

 Άδειες φωνές στο γύρο του θανάτου 
σπασμένη άγκυρα απάγκιο σε ξόρκια  
 δίχως την ψίχα που έδινε τροφή σε χέρια ενωμένα ,
μονάχα αντίλαλος από αγάπες δανεικές 
ψάχνουν τι απέγινε ο μύθος του βουρκωμένου καραβιού.

 Και το ξημέρωμα δεν έρχεται ,
 βυθίζεται στα ματωμένα στάχυα ακυβέρνητο και μάταιο.
 Ίσως.

 Στη μέση 
στο παρόν που έχει τιμήσει το παρελθόν
κι η λήθη πήρε τα κόκκαλα της πίσω,
στο κέντρο οι ψυχές σφιχταγκαλιάζονται
γίνονται ρίζες  ιερής αποστολής 
μαγεύονται τα στάσιμα νερά από τα μάτια που άνοιξαν
τώρα μιλάει η καρδιά.


Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Ωχρό πρελούδιο


   Κι αν γράφω σε λευκό χαρτί
είναι για να ξορκίσω  σκούρες κηλίδες
σε άκρες που εξαντλείται το παρόν,
την κατά μέτωπο εισβολή μιας άνευρης χυδαιότητας
στο όνομα μιας ακριβής σοφίας.

Στραγγισμένοι ορίζοντες ναρκώνουν 

την διψασμένη μήτρα ψάχνοντας εξιλέωση σε άνανδρους γαλαξίες.

   Όνειρα μασημένα σε μια σταλιά γκρεμό
οι λακκούβες σκάβουν την πιο θρασσύδειλη φτυαριά τους .


Ανακάτεμα φθαρτής ευφορίας που αδυνατείς να χωνέψεις 
στέκει σαν σκιάχτρο στο μπαλκόνι του τρίτου ορόφου 
κρεμασμένη από τσιμπιδάκια δαγκώνοντας τα σπλάχνα.

 Κι όλο στεγνώνει από έναν καμμένο ήλιο. 
Κι ύστερα μένεις μόνη
σε χρεωκοπημένο ουρανό
απ' τα νύχια της ύπαρξης σου .

Κοιτάω μπροστά κι όλο φεύγω από εκείνο που δεν έρχεται ,
μένω πίσω  και πνίγομαι απ' αυτό που δεν θέλω να θυμάμαι.

 Ένα φορτίο ασήκωτο σήκωσε την ψυχή και πάει ,
 πρελούδιο ωχρό τρύπωσε στην αναρχία του αγωνίζομαι 

 μελωδία απ' την καταχνιά του ανήθικου  με πριονίζει,
μα η σιωπή κάνει τον μεγαλύτερο κρότο 
μέσα από ανοιχτή πληγή σκίζοντας τις σελίδες.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Πρόλαβε

  




Αναπόσπαστο σημείο ο βυθός από το βάθος
το όνειρο απ' την δίψα,
το εμπόδιο από το παραπέρα
-το άλμα από την υπέρβαση-
ο περαστικός από το σήμερα που έγινε χθες
-το τώρα σκέτο-

Μια κουκίδα η ζωή στο αιώνιο της πέρασμα
γύρω της προβολείς τα σκούρα στίγματα ,
με πρόλαβες  πρίν ξεψυχήσει κι η πιό όμορφη ανάμνηση
ή έτσι για λίγο πίστεψα.

Πρόλαβε όσο θα σμίγουν γέφυρες
και η ιστορία  θα τριγυρνά ακόμη ,
φεγγάρια θ' αναζητούν το φως μέσα στον κόσμο
σαν μια μετάληψη προγονική το βιός τους ν'ανταμώσουν.

Ο ουρανός μια ασπίδα εκούσιας πληρότητας
όταν με καταπίνει το βλέμμα σου,
μια ηδονική σιωπή που τελειωμό δεν έχει.
Ορμητική βροχή που βρέχομαι ο ερχομός σου
κι οι άγονες γραμμές τρυπάνε το κενό. 

                                                                                     καλοκαίρι 2012