Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016
4-10 -16 Τικ τακ τοκ
Ποτε δεν ειπα οτι η σκια
ηταν ο λογος φυγης
πως αλλωστε
το παραμυθι ξεδιπλωνεται
παντα στο φως
στο σκοταδι κρυβονται οι αλυσιδες
δικαια πραματα
ο ασσος τα μεσανυχτα επιμενει
ως τυχερο χαρτι
ρολοι εντοιχισμενο στη μελανια
της επαναληψης
επι πληξης
και ρεστα στο καπακι.
Ανθισμενες μανολιες στο φοντο
για ξεκαρφωμα
ενιοτε θα μου λειπει
το τσιγαρο του γυρισμου
επειτα απο τοσα χρονια φωτιας.
Στη σκαλα της ανεμης
ξεφουσκωνουν αστρα
τικ τακ τοκ
τικ τικ
το μπαστουνι στς μυτες
στοιχειωνει με τρεις δαγκωματιες
την χαραυγη ,
να μπερδευτηκε με τα αφρισμενα καστρα
τις μοιρες και τους στεναγμους
και τα βαλε με τ ασπρα ;
Κι αν εχεις αμφιβολια
στρεψου με μπεσα
στο ειδωλο του καθρεφτη
χωρις στολιδια
και κοριτσακια με τα σπιρτα
να σε πουλανε γι αγαπη
βλεπεις τον ενοχο
η ευθυνη σου κλεισε ματι ;
Πιο μεσα υπαρχει ο Θεος.
Διαλεξε.
Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016
δύσβατο πάθος ενηλικίωσης
φώναξε σαν οργισμένο σταφύλι
χειραγωγόντας στα χέρια του την θηλειά
στης πρώτης αγάπης τον τρύγο
πασαλειμμένη ονείρωξη
σκόρπισες καννιβαλίζοντας
κληματαριές που νοιάστηκαν τον ήλιο σου
παραμυθίας και σκότους γωνία
να κρυφτώ ,
με ραντίζεις με φαρμάκι γλυκό
μεγαλώνω κι ακόμη με πίνω
από κόμπους παλιούς
στην υγειά μιας μοναχής
με σταυρό αλιγάτορα να της δαγκώνει τον λαιμό
του πόθου το αγρίμι
και τρώει και πίνει
μας έπλεξε το μυαλό στεφάνι ,
πώς δραπετεύεις από την αρρώστια
νευρώνων φυτεμένων σε χώμα εκτός ελέγχου
με λίπασμα νεκρής αποπλάνησης
και θόρυβο από αγκαλιά που ξερογλείφεται
στο βλέμμα του
η ενηλικίωση
είναι συριγμός στους βρόγχους
ξεκουφαίνομαι από τις κυψελίδες
οξυγόνο ουρλιάζουν
αναρρίχηση
από κατολισθήσεις
μπλοκαρισμένων "θέλω"
και σε "ακολουθώ"
λίθοι συλλεκτικοί
δώρα σε ώρες δύσβατες
στις φλέβες του συλλογικού
αποσπάσματος
μοναδική εντολέας της ύπαρξης μου
πώς να το συνηθίσω
έπειτα από τόσες παρεμβάσεις για το καλό μου;
δεν θα έρθω
έλα να το πάρουμε με το καλό
από την αρχή
να μην κλαίει
σαν εγκαταλειμμένο παιδάκι
κι ο κόσμος
κι ο λογος ;
είμαστε τέσσερα κόκκινα μάτια
κανένα δεν βλέπει
κτήνη για φροντίδα ανηλίκου
χτυπιέται
στις παραμορφωμένες κόρες
σαν ταύρος που αναζητάει θήραμα
κατανόησης σε διχασμένη φυγόκεντρο παθών
που κράτησε μόνο λίπος
το "υπόλοιπο" έμεινε στην καρδιά
προσαρμογή αναλαμπής
γρανίτα φράουλα σε μελωμένο αστέρι
καθηλωμένο ξεβίδωμα
στην λεκάνη των ασπασμών
γυρίζει γυρίζεις γυρίζω
διεκδικεί τον φρενήρη απολογισμό
στα χνώτα εντός μου
λιώσε την καταιγίδα με την γλώσσα σου
μυρωμένε Βασιλιά
του μυθικού στρατού στο σώμα
το ανατριχιασμένο σαν με κυττάς
ακτινογραφία που θολώνει για να αναρωτιέσαι
σπασμωδικές γιρλάντες
στήθους ζαλισμένου
σε στολίζουν
μην σπάσεις κόλλησε
σπάω
νεράκι θέλει
εξ-ημέρωση ζητάει
ανδρικό σπαθί να τον θαυμάσει
κουρνιάζοντας σε ανοιχτές φτερούγες
να εξοστρακίσουμε όρκους περασμένους
ενάντια
στις πρησμένες διακυρήξεις
γιγαντιαίων ιστών
αν εκραγούν από ξένο χέρι
θα τρώει ο ένας την καρδιά του άλλου
κι άντε να ριζώσει ο πρόγονος
θα βλασφημάει το έδαφος
ξεθάβοντας καύκαλα κλειστά
πέρασε η σειρά της έκδυσης
μ' αγγίζεις
ηλεκτροδιώνομαι
σε πεθαμένο κύτταρο
που αρνείται ν' αναγεννηθεί
έτσι θα συμβαδίσουμε ;
φτιάχνομαι με καρβουνισμένες αμυχές
τοπία στην ομίχλη
να καθαρίζω τζάμια
να βλεπόμαστε μέσα από φακούς
συμπ{ό}νιας
μα δεν γίνεται τίποτα με ένα χέρι
χρειάζονται δύο
κουρδισμένη βαλβίδα ανάποδης ζωής
θάνατος
χειραγωγόντας στα χέρια του την θηλειά
στης πρώτης αγάπης τον τρύγο
πασαλειμμένη ονείρωξη
σκόρπισες καννιβαλίζοντας
κληματαριές που νοιάστηκαν τον ήλιο σου
παραμυθίας και σκότους γωνία
να κρυφτώ ,
με ραντίζεις με φαρμάκι γλυκό
μεγαλώνω κι ακόμη με πίνω
από κόμπους παλιούς
στην υγειά μιας μοναχής
με σταυρό αλιγάτορα να της δαγκώνει τον λαιμό
του πόθου το αγρίμι
και τρώει και πίνει
μας έπλεξε το μυαλό στεφάνι ,
πώς δραπετεύεις από την αρρώστια
νευρώνων φυτεμένων σε χώμα εκτός ελέγχου
με λίπασμα νεκρής αποπλάνησης
και θόρυβο από αγκαλιά που ξερογλείφεται
στο βλέμμα του
η ενηλικίωση
είναι συριγμός στους βρόγχους
ξεκουφαίνομαι από τις κυψελίδες
οξυγόνο ουρλιάζουν
αναρρίχηση
από κατολισθήσεις
μπλοκαρισμένων "θέλω"
και σε "ακολουθώ"
λίθοι συλλεκτικοί
δώρα σε ώρες δύσβατες
στις φλέβες του συλλογικού
αποσπάσματος
μοναδική εντολέας της ύπαρξης μου
πώς να το συνηθίσω
έπειτα από τόσες παρεμβάσεις για το καλό μου;
δεν θα έρθω
έλα να το πάρουμε με το καλό
από την αρχή
να μην κλαίει
σαν εγκαταλειμμένο παιδάκι
κι ο κόσμος
κι ο λογος ;
είμαστε τέσσερα κόκκινα μάτια
κανένα δεν βλέπει
κτήνη για φροντίδα ανηλίκου
χτυπιέται
στις παραμορφωμένες κόρες
σαν ταύρος που αναζητάει θήραμα
κατανόησης σε διχασμένη φυγόκεντρο παθών
που κράτησε μόνο λίπος
το "υπόλοιπο" έμεινε στην καρδιά
προσαρμογή αναλαμπής
γρανίτα φράουλα σε μελωμένο αστέρι
καθηλωμένο ξεβίδωμα
στην λεκάνη των ασπασμών
γυρίζει γυρίζεις γυρίζω
διεκδικεί τον φρενήρη απολογισμό
στα χνώτα εντός μου
λιώσε την καταιγίδα με την γλώσσα σου
μυρωμένε Βασιλιά
του μυθικού στρατού στο σώμα
το ανατριχιασμένο σαν με κυττάς
ακτινογραφία που θολώνει για να αναρωτιέσαι
σπασμωδικές γιρλάντες
στήθους ζαλισμένου
σε στολίζουν
μην σπάσεις κόλλησε
σπάω
νεράκι θέλει
εξ-ημέρωση ζητάει
ανδρικό σπαθί να τον θαυμάσει
κουρνιάζοντας σε ανοιχτές φτερούγες
να εξοστρακίσουμε όρκους περασμένους
ενάντια
στις πρησμένες διακυρήξεις
γιγαντιαίων ιστών
αν εκραγούν από ξένο χέρι
θα τρώει ο ένας την καρδιά του άλλου
κι άντε να ριζώσει ο πρόγονος
θα βλασφημάει το έδαφος
ξεθάβοντας καύκαλα κλειστά
πέρασε η σειρά της έκδυσης
μ' αγγίζεις
ηλεκτροδιώνομαι
σε πεθαμένο κύτταρο
που αρνείται ν' αναγεννηθεί
έτσι θα συμβαδίσουμε ;
φτιάχνομαι με καρβουνισμένες αμυχές
τοπία στην ομίχλη
να καθαρίζω τζάμια
να βλεπόμαστε μέσα από φακούς
συμπ{ό}νιας
μα δεν γίνεται τίποτα με ένα χέρι
χρειάζονται δύο
κουρδισμένη βαλβίδα ανάποδης ζωής
θάνατος
ο λάρυγγας
πνίγηκε στο ποτάμι
των ματιών της
δικός της
μέχρι τον Υμηττό σύρθηκε
απέναντι από το σπίτι με την καπνοδόχο
τι απέγινε
τι απέγινε
το γιασεμί της νύχτας ;
την κοιτάζει
από το παράθυρο της άνυδρης
μα με θυρίδα στα σκοτάδια ανθοφορίας
μα με θυρίδα στα σκοτάδια ανθοφορίας
τραβώντας την
από τις φωνητικές χορδές
δεμένη
λέξη δεν έβγαλε
την είχε καταπιεί το σφάλμα της διάρρηξης
που δεν κατάφερε ν' αναστήσει
δική του
δική του
ο τόπος μοσχοβολάει
παραδομένα πλήκτρα fur elise
το καπνισμένο κορίτσι
του Ludwig Van Beethoven
το καπνισμένο κορίτσι
του Ludwig Van Beethoven
τι ευτυχές ενθύμιο πλημμύρας
αλαζονικού ρεπερτορίου
δικό σου
αυνανισμός παραληρήματος
από τα πατήματα στις νότες
της μουσικής σου
γερμένη στα ψηφδωτά
τα χέρια
της κόκκινης πλατείας σου
με τινάζεις ψηλά δεν θέλω να κατέβω
βαθαίνει ο ίσκιος μου
μα λασπώνει από τον τροχό
του οργανοπαίχτη της φυλακής σου
υποτιμώντας το μέτρο της λογικής μου
αναίδεια
στον οργασμό του κλέφτη
σπασμένα φύλλα φθινοπώρου
μυρωδάτε ανθέ στα χείλη
μηδείαμα συγκόλλησης
γεννήθηκε
του παραδείσου στέρνο
άστο να περπατήσει ουρανό
να δυναμώσει η γη
να γράψει
κανενός μαζί
δικό του
αλαζονικού ρεπερτορίου
δικό σου
αυνανισμός παραληρήματος
από τα πατήματα στις νότες
της μουσικής σου
γερμένη στα ψηφδωτά
τα χέρια
της κόκκινης πλατείας σου
με τινάζεις ψηλά δεν θέλω να κατέβω
βαθαίνει ο ίσκιος μου
μα λασπώνει από τον τροχό
του οργανοπαίχτη της φυλακής σου
υποτιμώντας το μέτρο της λογικής μου
αναίδεια
στον οργασμό του κλέφτη
σπασμένα φύλλα φθινοπώρου
μυρωδάτε ανθέ στα χείλη
μηδείαμα συγκόλλησης
γεννήθηκε
του παραδείσου στέρνο
άστο να περπατήσει ουρανό
να δυναμώσει η γη
να γράψει
κανενός μαζί
δικό του
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016
Λίλιθ
Αν ουρανός δεν είναι o άνθρωπος
τ' αχτένιστα σύννεφα να τραβήξουν
ξεριζωμένες μνήμες που άργησαν
την βροχή να πιούν ,
η αγάπη γαλάζιο τραίνο
στις γραμμές που δεν έσβησες σε βρίσκει
τι λόγο έχουν τα πουλιά να κελαηδούν
θάλασσες ν' αναπνέουν
το αίθριο συναπάντημα μιας προσευχής
πρίμα βουτιά χρισμένη αλμυρό τραγούδι.
Κάθε μου κύτταρο λάμπει
σαν το καλό κρασί που παλιώνει
διηθώντας φωτοβολίδες
σε αφανέρωτα τριβής
συναπαντήματα.
Αφουγκράζομαι ήχους του σύμπαντος
ν' αγγίζω ανθρώπους
ποιήματα στην καρδιά μεθάνε τον παλμό
ξεπηδούν σαν πίδακες κόμματα , τελείες
λέξεις που ξεψύχησαν γιατί ήσαν μόνο λέξεις
ραδιουργία εσώκλειστη τα τείχη
έγδυσε την βελούδινη μαρτυρία τους.
Η Λίλιθ απόψε γητευτής
στου πνεύματος το αρσενικό φτερό
γλυκοφιλάει όσα τους μέλλει να εκλείψουν .
Στου γαλαξία τον χορό δεν έχει τέλος
παραδίνομαι οίστρος αγνότητας
γενέθλιο δώρο
μαύρο απ΄έξω το φεγγάρι
μέσα χρυσό παραδεισένιο κάλεσμα
σε νεογέννητες αποσκευές.
Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016
Ο άνθρωπος γυαλί
Χρόνια αυτός ο άνθρωπος γυαλί
καθηλωμένος
κοιτάζει λαίμαργα το συντριβάνι
καθηλωμένος
κοιτάζει λαίμαργα το συντριβάνι
βουτάει μέσα του
ξανά και ξανά
μα σαν να μην βρέχεται ποτέ
δέντρο ζωής διάφανο να γίνει
να ποτιστούν κι οι ρίζες να γλυκάνουν
να ξεθυμάνουν τα αποσιωπητικά
συν αρμο λογήσ εων
σαλτάροντας για το μεγάλο σάλτο
άρ(ω)μα αγέννητο ως τα χθες.
ξανά και ξανά
μα σαν να μην βρέχεται ποτέ
δέντρο ζωής διάφανο να γίνει
να ποτιστούν κι οι ρίζες να γλυκάνουν
να ξεθυμάνουν τα αποσιωπητικά
συν αρμο λογήσ εων
σαλτάροντας για το μεγάλο σάλτο
άρ(ω)μα αγέννητο ως τα χθες.
Τι κι αν στραγγίζουν
τα γυαλιά από την βροχή
αντανακλάσεις ικεσίας
δεν σπάει να μιλήσει
ν' ακουστεί ζαλισμένος έστω
από τον μαγεμένο Λόγο
με μάτια χελιδόνια μετανάστες έστω
_κάποιος πουλάει το βασίλειο του
για ένα Άλογο
καλπάζοντας μέσα από θρόμβους νύχτας πηχτής
στο ξέφωτο αίμα ,
αφθονία με μια λάθος κίνηση
αντί για χρόνιες σωστές αντιπαραθέσεις _
όχι θραύσματα του ποτέ και γιατί
τι πανοπλία θα έχω ύστερα
κύμβαλο αλαλλάζον
ποιός να προσμένει
χάνομαι.
Σώπασε.
τι πανοπλία θα έχω ύστερα
κύμβαλο αλαλλάζον
ποιός να προσμένει
χάνομαι.
Σώπασε.
Λες καμιά φορά η ζωή
είναι πιο μαβιά από τα σύννεφα
μα δεν ξεβάφει μυτερές απολήξεις
τίποτα δεν τον διαπερνά ;
Όσο για τα αχανή περάσματα
ούτε λόγος
εκεί μπροστά στα μάτια του
θα φτύνει το άπειρο
ασυμβίβαστος με ότι δεν φαίνεται
με μια θέα παραγινωμένη
έτοιμη ν' αφανιστεί .
Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016
Τσιμπιδάκια ευνούχων
Παραπατάω στις μύτες των ποδιών
μην τύχει και πατήσω ψέμματα
μεταμορφωμένα σε κατσαρίδες
συμπαράστασης .
μεταμορφωμένα σε κατσαρίδες
συμπαράστασης .
Με πιστεύουν.
Ξυπνάω με ίλλιγγο γύρω από πτώματα
παραμυθιασμένη δήθεν για το αποτέλεσμα.
Ζητάω αυτός ο έρωτας
να στυλωθεί
με το κεφάλι στο χώμα
με το κεφάλι στο χώμα
ερειπωμένα δώματα
-όλο και κάποιο ηρωικό στοιχειό θα πεινάει
για ενοικίαση-
-όλο και κάποιο ηρωικό στοιχειό θα πεινάει
για ενοικίαση-
ευάερο ευήλιο ας
γίνει το εύρος της αναστύλωσης
μην αναποδογυρίσει ξανά το πεπρωμένο
και μας κεντήσει σταυροβελονιά στο έγκαυμα του σύμπαντος
-άναρχη συνουσία με δικάζεις
εκσπερματώνοντας με αυτόν τον άλλον -
Τις νύχτες στήνει ποντικοπαγίδες
τις μέρες φαγωμένο το τυράκι
μισώ τα ποντίκια όταν παρεμβαίνουν
οίκτος αποδιοργάνωσης
σε ότι καλό έχει απομείνει στην ψυχή
σε ποιόν προβολέα κοιτάς;
Να τον σβήσω ;
Πώς;
οίκτος αποδιοργάνωσης
σε ότι καλό έχει απομείνει στην ψυχή
σε ποιόν προβολέα κοιτάς;
Να τον σβήσω ;
Πώς;
Κλονίζεσαι σε μεταχειρισμένη αλυσίδα
δεν το σκάει η φωνή προνύμφη από τον κρόταφο
ούτε στον πιο βαθύ κατακλυσμό
να ενωθεί με πεταλούδες στον αμφαλό .
Τάξε τα έρμα στο έλεος μιας αρπαγής
σαν φούσκα ακαθαρσίας μας τρυπάνε
τσιμπιδάκια ευνούχων.
Πώς κούμπωσε τόσο οικεία η μοίρα του
σε αυτόν τον δολοφονικό καθρέφτη
ο γκρίζος της συγγένειας οπλισμός
η χρόνια χαμένη
εκπυρσοκρότηση
στου ήλιου την ραγισματιά.
στου ήλιου την ραγισματιά.
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016
Στέρνα 28-8-16
Μαρτυρα μου μια θαλασσα
αν ειναι μυστικο
που πνιγηκε
εστω σε στερνη σελιδα ποιητων
την στερνα
αν ειναι μυστικο
που πνιγηκε
εστω σε στερνη σελιδα ποιητων
την στερνα
-της μονακριβης ερωφλεγους πηγης
το μερακι να ανταμειφθει
της φλογας της το γεμισμα
με κοκκους χοντρο αλατι κλειδωμενο
προσαναμμα σε σπιτια ελευθεριας -
το μερακι να ανταμειφθει
της φλογας της το γεμισμα
με κοκκους χοντρο αλατι κλειδωμενο
προσαναμμα σε σπιτια ελευθεριας -
τοτε να εκτυπωθει της σταχτης το αναφιλητο
διατριβη στο ασεινηδητο κυμμα
κι ενα ματσακι ποδοπατημενης φωλιας
σε λασπη αθανασιας ,
στιχος και θυμιατο
οι αγκυρες των ματιων σου
εξοριστοι γδυτες δεσμιων τοπων.
διατριβη στο ασεινηδητο κυμμα
κι ενα ματσακι ποδοπατημενης φωλιας
σε λασπη αθανασιας ,
στιχος και θυμιατο
οι αγκυρες των ματιων σου
εξοριστοι γδυτες δεσμιων τοπων.
Τι με τυπωνεις σαν ομηρη φλεβα
σε βαμπιριων τον θορυβο
ακομη επωαζονται οι ρουφηγμενες χαρακιες
-αν μη τι αλλο τεντωθηκα και ηπιες
απο τα κερασμενα σου -
ρωτα τις ουρανιες κολυμπηθρες
αν εκτοπιστηκα στης βουτιας το λαδι
μες στις παλαμες των Θεων τα γραμματα*
γραμματοσημο σε φακελο διχως παραληπτη
κι ολο ρωτουσα τον ταχυδρομο
τις νοτισμενες κουρτινες εστιβα
αν σπαρασεται μια λεξη και για εμενα
συνορων ανευ.
Στο δαχτυλιδι του παροντος συννεφου
αλητευει η βροχη μου
ομοιο στο ομοιο με προσημο αρνητικο
ετσι κι αλλιως θα δυσει
αιωνια ανατολη της αστραπης
σε κανακευω
κι ας μου μαθαινεις τις πραξεις
απ τα τελειωμενα κοντρα στο αρχικο πεδιο .
Αναποδογυριζω
τα φυκια πρασινιζουν ουρανο
απο τα ξυπολητα πελματα της ανασκαφης ,
εκλαμψεις
φυση μεσα στη φυση
στου βυθου την προσευχη
σεινηδητη διακλαδωση σπαρμενη
ουρανια τοξα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





