Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

δύσβατο πάθος ενηλικίωσης




δεν θα έρθει
φώναξε σαν οργισμένο σταφύλι
χειραγωγόντας στα χέρια του την θηλειά
στης πρώτης αγάπης τον τρύγο
πασαλειμμένη ονείρωξη
σκόρπισες καννιβαλίζοντας
κληματαριές που νοιάστηκαν τον ήλιο σου
παραμυθίας και σκότους γωνία
να κρυφτώ ,
με ραντίζεις με φαρμάκι γλυκό
μεγαλώνω κι ακόμη με πίνω
από κόμπους παλιούς
στην υγειά μιας μοναχής
με σταυρό αλιγάτορα να της δαγκώνει τον λαιμό

του πόθου το αγρίμι
και τρώει και πίνει
μας έπλεξε το μυαλό στεφάνι ,
πώς δραπετεύεις από την αρρώστια
νευρώνων φυτεμένων σε χώμα εκτός ελέγχου
με λίπασμα νεκρής αποπλάνησης
και θόρυβο από αγκαλιά που ξερογλείφεται
στο βλέμμα του

η ενηλικίωση
είναι συριγμός στους βρόγχους
ξεκουφαίνομαι από τις κυψελίδες
οξυγόνο ουρλιάζουν
αναρρίχηση
από κατολισθήσεις
μπλοκαρισμένων "θέλω"
και σε "ακολουθώ"
λίθοι συλλεκτικοί
δώρα σε ώρες δύσβατες
στις φλέβες του συλλογικού
αποσπάσματος
μοναδική εντολέας της ύπαρξης μου
πώς να το συνηθίσω
έπειτα από τόσες παρεμβάσεις για το καλό μου;


δεν θα έρθω
έλα να το πάρουμε με το καλό
από την αρχή
να μην κλαίει
σαν εγκαταλειμμένο παιδάκι
κι ο κόσμος
κι ο λογος ;

είμαστε τέσσερα κόκκινα μάτια
κανένα δεν βλέπει
κτήνη για φροντίδα ανηλίκου
χτυπιέται
στις παραμορφωμένες κόρες
σαν ταύρος που αναζητάει θήραμα
κατανόησης σε διχασμένη φυγόκεντρο παθών
που κράτησε μόνο λίπος
το "υπόλοιπο" έμεινε στην καρδιά
προσαρμογή αναλαμπής
γρανίτα φράουλα σε μελωμένο αστέρι

καθηλωμένο ξεβίδωμα
στην λεκάνη των ασπασμών
γυρίζει γυρίζεις γυρίζω
διεκδικεί τον φρενήρη απολογισμό
στα χνώτα εντός μου
λιώσε την καταιγίδα με την γλώσσα σου
μυρωμένε Βασιλιά
του μυθικού στρατού στο σώμα
το ανατριχιασμένο σαν με κυττάς
ακτινογραφία που θολώνει για να αναρωτιέσαι
σπασμωδικές γιρλάντες
στήθους ζαλισμένου
σε στολίζουν
μην σπάσεις κόλλησε
σπάω
νεράκι θέλει
εξ-ημέρωση ζητάει
ανδρικό σπαθί να τον θαυμάσει
κουρνιάζοντας σε ανοιχτές φτερούγες


να εξοστρακίσουμε όρκους περασμένους
ενάντια
στις πρησμένες διακυρήξεις
γιγαντιαίων ιστών
αν εκραγούν από ξένο χέρι
θα τρώει ο ένας την καρδιά του άλλου
κι άντε να ριζώσει ο πρόγονος
θα βλασφημάει το έδαφος
ξεθάβοντας καύκαλα κλειστά
πέρασε η σειρά της έκδυσης

μ' αγγίζεις
ηλεκτροδιώνομαι
σε πεθαμένο κύτταρο
που αρνείται ν' αναγεννηθεί
έτσι θα συμβαδίσουμε ;

φτιάχνομαι με καρβουνισμένες αμυχές
τοπία στην ομίχλη
να καθαρίζω τζάμια
να βλεπόμαστε μέσα από φακούς
συμπ{ό}νιας
μα δεν γίνεται τίποτα με ένα χέρι
χρειάζονται δύο
κουρδισμένη βαλβίδα ανάποδης ζωής
θάνατος

ο λάρυγγας
πνίγηκε στο ποτάμι
των ματιών της
δικός της
μέχρι τον Υμηττό σύρθηκε
απέναντι από το σπίτι με την καπνοδόχο
τι απέγινε
το γιασεμί της νύχτας ;

την κοιτάζει
από το παράθυρο της άνυδρης
μα με θυρίδα στα σκοτάδια ανθοφορίας
τραβώντας την
από τις φωνητικές χορδές
δεμένη
λέξη δεν έβγαλε
την είχε καταπιεί το σφάλμα της διάρρηξης
που δεν κατάφερε ν' αναστήσει
δική του

ο τόπος μοσχοβολάει
παραδομένα πλήκτρα fur elise
το καπνισμένο κορίτσι
του Ludwig Van Beethoven
τι ευτυχές ενθύμιο πλημμύρας
αλαζονικού ρεπερτορίου
δικό σου

αυνανισμός παραληρήματος
από τα πατήματα στις νότες
της μουσικής σου
γερμένη στα ψηφδωτά
τα χέρια
της κόκκινης πλατείας σου
με τινάζεις ψηλά δεν θέλω να κατέβω
βαθαίνει ο ίσκιος μου
μα λασπώνει από τον τροχό
του οργανοπαίχτη της φυλακής σου
υποτιμώντας το μέτρο της λογικής μου
αναίδεια
στον οργασμό του κλέφτη

σπασμένα φύλλα φθινοπώρου
μυρωδάτε ανθέ στα χείλη
μηδείαμα συγκόλλησης
γεννήθηκε
του παραδείσου στέρνο
άστο να περπατήσει ουρανό
να δυναμώσει η γη
να γράψει

κανενός μαζί
δικό του



Δεν υπάρχουν σχόλια: