Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Άλλη μια μέρα αφθονίας

 Σε καταστολή η γενναιοδωρία
ο κόσμος δεν έμαθε ακόμη να δίνει
ν' αφήνει κάτι  για τον διπλανό
που η μοίρα του έγραψε να ψάχνει για χρυσό
 στα κρίματα  του Ιούδα.

 Κι έτσι επέμεινε στα ενδότερα
με τίμημα  κανένας να μην κατανοεί
τα αντίποινα προάστια της ζωής του .

Τα σύννεφα σπέρνουν δώρα πνοής σαν βρέχει
μα έξω η ανάσα καίγεται δίχως να λογαριάζει.

Κι άλλη μια μέρα αφθονίας μετρά η οικουμένη
άλλη μια μέρα ρέει καθαρό νερό
ετούτο δεν ενδίδει σε κανιβαλισμούς
και αρπαγές ονείρων.

Δεν θέλω να σηκωθώ απ'το κρεβάτι σήμερα
οι υπονομεύσεις μ'εξουθενώνουν,
θέλω να ονειρευτώ όπως χθες
όπου τα δέντρα τα παλιά έδιναν χώρο στα νέα φυτά
να βγούν κι αυτά στο ξέφωτο.

Κι άλλη μια μέρα αφθονίας αδερφέ μου
θυμάσαι όταν ήμασταν μικροί ;

Η ενηλικίωση  ξέμεινε να πενθεί
έναν τραυματισμό από σφαίρα
συγχώρεση ζητά από την μοιρασιά ,
η σφαίρα ήταν άσφαιρη
μα πώς να δικαιολογηθεί το λίγο ;

Αναμφιβόλως θα έρθει η ώρα που θα με αγκαλιάσεις
σαν δεις ότι αρκεί για όλους
το ύδωρ της αιωνιότητας.





Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

~ ύδωρ αθανασίας ~

Μου 'πες θα φύγω ξαφνικά
μια νύχτα του Φλεβάρη
οι άγγελοι με παίζουνε στα μυθικά φτερά τους
τι άδοξα λυγίζουνε τα αλλόκοτα πουλιά.

Άδικη γιορτή φυγή η σου και πικρή
πέλαγος που ξεψύχησε σε μια οφθαλμαπάτη
φοράς μια μάσκα απειλής και προκαλείς
δεν θέλω να ματώσουμε ξανά σε παγερούς χειμώνες.

  Δώρο ένα χαμόγελο σε διάφανη πορεία
 δύο διαβάτες μιας πηγής
εξόριστοι τυχών υποταγής και πλάνης
η πάλη δικαιώνεται όταν πιείς ύδωρ αθανασίας.

Η αγάπη αντέχει για να ζει σ' αληθινά φεγγάρια
κι η θλίψη μες στα μάτια σου μου έκλεβε το φως
ίσως ποτέ δεν ένιωσα στ' αλήθεια την αιτία 
ίσως γιατί φοβόμουνα μήπως ήμουν εγώ.

Η θάλασσα που σ' έφερε
ξέπλυνε όλο το αλάτι 
μα μέσα σε βαθιά νερά γεννιούνται οι ψυχές ξανά
τολμάς να ζήσεις μια υπόσχεση παλιά ;








Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Τα πουλιά θέλουν να τ' αφουγκράζεσαι



 Τοίχοι , στενά και άγονα σύννεφα
καλώδια δίχως ζωή  ,
κάδοι απορριμματοφόρων ξέμειναν
να ισοπεδώνουν το κάθε τι
και μια στεγνή πνοή ξερνάει την μνήμη στα συρματοπλέγματα.

Πόθοι απροσπέλαστοι
ρωτάνε τους περαστικούς για τα βιώματα
κι απολογούνται για το λίγο το τόσο πολύ.

Τα πουλιά παύουν να κελαηδούν
όταν δεν τ'αφουγκράζεσαι ,
ακόμη και στην οχλαγωγία των δρόμων
ακούγεται ο σκοπός ταγμένος να με σταματήσει
να πουλάω και να ξεπουλιέμαι .

Αυτοκυριαρχία της σκέψης
-συστήνομαι με την πεμπτουσία της αθανασίας-
δεν χάθηκε το πυρ.

Είναι εύκολο το βόλεμα σε άλλον εαυτό ,
πολλά κρανία λυσσομανούν για επιστροφή
 ικετεύοντας  μύθους.

Παύση , νότες βαριές
σκονισμένα πλήκτρα ακαμψίας
η αντοχή μου σιγοκαίει σ'ένα βουβό ψαλτήρι.

   Δεν με χωράει ο κόσμος
στενεύει το αλισβερίσι με τους έσω  δαίμονες
τι συντροφιά ένα ποίημα.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Η αμφισβήτηση του ανεκπλήρωτου




Άκαφτη φλόγα το ανεκπλήρωτο
αυτό το αστέρι κρύβεται ,
στα φανερά δεν βρίσκει ουρανό μες στη μεγάλη Άρκτο.

Μετράω  αναλαμπές
σαν χειροπέδες ξάγρυπνες γύρω μου τα συμπλέγματα.

Ανύψωση ετούτη η σκάλα η λευκή
ψεύτρα ματιά φοράει η πανσέληνος ,
θολό αεράκι ματώνει στις φλέβες της νιότης μου
και η ζαριά φέρνει εξάρες της σιωπής.

Λεπίδι και νοτιάς στο φως της νύχτας κομματιάζονται ,
λυτρωτική θαρρείς η γεύση της πληγής.

Δεν θέλω πάρε δώσε με συμβιβασμούς
οι άνθρωποι κοίτα να δεις ζητάνε λίγα
κι όμως προδίδονται απ' τα πολλά
χωρίς να γνωρίζουν από πριν το τίμημα.

Πυρακτωμένη ώρα ό,τι δεν εκπληρώνεται
σαν ερινύα σε κυνηγάει όταν παραιτήσαι.

Οι ασυμβίβαστες φωνές κόντρα φυσάνε στην ανέμη
ραγίσματα κι αναβολές
 η Σελήνη καθρεφτίζει σε επανάληψη
μια υπόγεια ήττα  κλειδωμένη στο φως.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

ο άλλος μέσα μου ίσως να είσαι εσύ

 Ίσως δεν έχει νόημα μα βρίσκεσαι παντού
σαν ούριος άνεμος που γδύνει την ψυχή μου
δεν βρίσκω ήχο να κρυφτώ σ' ακούρδιστη χορδή
τα εύθραυστα πεδία μου τα γκρέμισαν οι τοίχοι.

Σκιές αλύτρωτες στο βλέμμα ενός παιδιού
πώς να ξορκίσεις τον εαυτό που άφησες μισό
η αιτία κόλλησε ξανά σ' ένα γρανάζι
κι οι δαίμονες καραδοκούν το επόμενο φευγιό .

  Φως δρόμος ακριβός ο φίλος κι αδερφός
σκιά φιδιού ντυμένη στ' άσπρα η Χιονάτη
ματιά που δένεται σφιχτά σ' ένα γινάτι
ο άλλος μέσα μου φιλί κι οφθαλμαπάτη.

Τα νήματα με σπρώχνουν μακρυά απ' την ανάγκη
η λογική κι η τρέλα μου ματώνουν την στιγμή
ο κόσμος σε καταστολή υμνεί νεκρά πεδία
κι εγώ όσο αφήνομαι αλλάζει η ιστορία.

Σε μια σκηνή με φέρνει βόλτα η ζωή 
οι σφαίρες κάλπικες μυρίζει  καλοκαίρι
η φλόγα αυτή γεννήθηκε να γράψει εποχή
όλα για όλα θα παιχτούν σ'ετούτο το χαρτί.


Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

Αντίφαση ηρωική



 Από μακρυά συνθλίβεται η φωνή
βουνό το άδειο του σκορπίσματος
τιμάει δήθεν τα εχέμυθα
σε διαφάνειες που έμειναν κενές ν' ασφυκτιούν .
 

Δεν είναι ανώδυνη η επιλογή
σκοτάδια άμορφα καυτά να παραμεριστούν
στην κόψη απ'το ξημέρωμα χαράζει ο παλμός της.  


Δεν παραδίνεται το ακούραστο πια βίωμα
που μ' έθρεψε γυναίκα ,

ο δρόμος δεν το προσπερνά
ώσπου τα πρόσωπα  σε ένα σώμα να συγχωνευτούν 

κι ίσως αποδεχτούν  ότι ορθά περικυκλώθηκα
μιας κι έτσι πέρασα μες από μαχαίρια κοφτερά
εκεί όπου λαχταρούσα να χωρέσω .

Το νερό


Το νερό υγραίνει την μνήμη
που χορεύει μαζί του
ανοίγοντας διάπλατα το παράΘυρο
να φτάσει στην αρχΗ .
Και τίποτα δεν έχει σημασία
πέρα από την ενδιάΜεση γραμμή
που ακουμπά στο τώρα.
Η άκρη κι η αφορμή του θέματος
ίσως να μην υπήρξε ποτέ
ένα παίΔεμα ήταν όλο.
Είναι Λεπτό και μη αναγνωρίσιμο πεδίο
για εκείνους που έχουν ανάγκη
να γνωρίζουν το Κάθε.
Τι.
Άκουσε μόνο την βροχή .
Για ν' Ακούς.
Ένα παιδί διψάει.