Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

Το νερό


Το νερό υγραίνει την μνήμη
που χορεύει μαζί του
ανοίγοντας διάπλατα το παράΘυρο
να φτάσει στην αρχΗ .
Και τίποτα δεν έχει σημασία
πέρα από την ενδιάΜεση γραμμή
που ακουμπά στο τώρα.
Η άκρη κι η αφορμή του θέματος
ίσως να μην υπήρξε ποτέ
ένα παίΔεμα ήταν όλο.
Είναι Λεπτό και μη αναγνωρίσιμο πεδίο
για εκείνους που έχουν ανάγκη
να γνωρίζουν το Κάθε.
Τι.
Άκουσε μόνο την βροχή .
Για ν' Ακούς.
Ένα παιδί διψάει.

Εκτός σχεδίου *





Το πίσω του παρόντος δεν έχει μέλλον
κι ας σέρνεται μπροστά με ενοχές
να ζητιανεύουνε παραστρατήματα.
Κι η μέρα δεν ξαποσταίνει 

για να γυρνάς ξοπίσω απ'τις έρμαιες ώρες.
 

Αβυσσαλέα εισβολή η ανάγκη για πραγμάτωση του στόχου,
 βαρέθηκε να ζει σε όνειρα.
Δεν χρεώνει , χρεώθηκε σε σκοτεινά σοκάκια
εκεί που ο αέρας δεν είχε χώρο να περάσει
και η αιτία ξέμεινε με τον λόγο στο περιθώριο.
 

Βαδίσαμε χωρίς οδό κι αέρα απόκοσμο 
σαν βουλωμένες φλέβες,
χωρίς προσταγή σε στείρο μέτωπο σε φέρω

με υπεράσπιση για εκείνο που διέφυγε
κι είναι ξανά εδώ.
 

Επειδή κι εμείς το κοιτάξαμε αλλιώτικα.
 

Στα όρια γεννιούνται τα συνθήματα
και οι συνθήκες βρίσκουν προοπτική.
 

 Σταγόνες ξεπετιούνται ανάγλυφες 
από περιοχές εκτός σχεδίου
κι εντός βαθύτερων επιθυμιών 

που δεν στέγνωσε η  επιφάνεια και το δήθεν ζω.
 
Δεν στερεύει ό,τι παράγεται εν αφθονία
δίχως φθόνο κι αλήθεια σμιλευμένη
ενάντια στη ρήξη μιας ακυβέρνητης ρωγμής
που ίσως ακόμη κι εσένα να ματαίωνε.

 
Έτσι για το παράδοξο του κόσμου
που ξαγρυπνά με ελπίδα
κι  ανέλπιστα δικαιώνεται.
Γι αυτό θα παραΜείνομε εδΩ.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Κι άλλη μορφή





  Η νύχτα καίει ασφυκτικά γυμνή
δεν δύναμαι ν'ανοίξω τον διακόπτη
της οθόνης του γήινου κάλλους
που βάλθηκε να μ'απογυμνώνει ,
ξέμπαρκη μες σε λιμάνια σκυθρωπά
με της ψυχής  τον περίσσιο φόρο ν' ανακατεύομαι .

Εικόνες άλλων κι εκείνων κι αυτών
ξυπνώ στην απουσία τους
κι άλλη  μορφή επεμβαίνει στο τσαλάκωμα της λήθης.

Με συντετριμένες υπάρξεις
πώς συγχωνεύεται το πνεύμα
πώς διανθίζεται η εξέλιξη;
Γιατί κρίνω ;
Γιατί με κρίνεις;

Κι άλλη μορφή δένει την μούσα της αβύσσου.

Μακάριες επιστροφές 
μα άκαρπες συγκυρίες,
σαν χελιδόνια που ψάχνουν τις  φωλιές τους
κι εκείνες έχουν σπάσει.

 
Σε όσα πεθύμησα να ξαναγεννηθώ
σκόνες και δάκρυα με σβήνουν απαξιωτικά
γιατί τα χρόνια μου κοιτάζουν την αυγή
μα εγώ λένε τους κλείνω τα μάτια.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Ανόδου γέφυρες



  Μέρα ορμητικά απλώνεται στο πέλαγος
με σπίθες ουράνιας πνοής να γείρει τα φτερά της,
η αύρα να χυθεί στην επιφάνεια ,
εκεί που ακροβατούν δέσμες απολυτότητας
μ' όλες τις γέφυρες ανόδου ερμητικά κλειστές.

  Απόκρυφα τα  σύνορα  η σκάλα υψηλή
δρέπανα της αντιξοότητας
ας στρέψουν προς στην περιφέρεια
χώρο ν 'ανοίξουνε στην ύπαρξη .

  Οι αποστάσεις των σταθμών τείνουν προς το μηδέν
στενά και σταυροδρόμια αναπολούν
 δίχως οάσεις ν'ατενίζουν,
μονάχα  τ' απορρίματα παραμιλούν
για εκείνα που ξεπούλησαν.

  Στα αφρισμένα κύματα θα χτίσουμε όνειρα ξανά
τα ρούχα που με στοίχειωσαν χορεύοντας πετάω
κι ό,τι  πρόβαλε αντίσταση 
σε ψίθυρους πανάρχαιας καθοδήγησης
που έλαμπε πάντα εντός μου μα τρόμαζα στο φως.

Στράτες .
Σκυφτή.

Στα βυθισμένα όρη
βλέμμα δεν έχει η κορυφή
και η φωνή παγώνει ολισθαίνοντας.

Δύο χούφτες νερό



 Δύο χούφτες νερό αρκούν  να χαιδέψουν την ζωή
κάθε σταγόνα ωκεανός με θαύματα ανασταίνεται
μοιάζει πολύ το λίγο το τόσο πολύ.

  
 Τα δώρα κάνουνε γιορτή στ' απύθμενα τα βάθη ,
τόσο μακρυά τόσο κοντά.
Εδώ. 
Εκεί .
Κάπου.

 Λευκό, μαύρο 

μια βρύση από κόκκινο τρέχει άγιο κρασί
γαλάζιο ,μωβ,
σε στόχο ιερό ενδίδει ο προορισμός.

  
Διάφανοι καθρέφτες συναντούν το πεπρωμένο ,
δεν βρίσκει να κρυφτεί ό,τι  απ' την ψυχή δεν αναλήφθηκε

 
Μέσα από τα λασπόνερα φυτρώνει ένας Λωτός.    

 Τίποτα δεν κρίνεται μάταιο
κι ένας καημός αναμετριέται με το φως.

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

ΜειΝε


ΜειΝε.

το φως ξενυχτησε
σωπαινοντας
κι εσυ μιλας για μιαν αυγη που δεν ειδες.
μπροστα σου
χαραζει η νυχτα που κρατας.

ΜειΝε.

λευκο
κι η αυρα του μελαγχολικη
χαμογελαει παρασυροντας με
να ζησω για οτι πιστεψα
κοντρα σ' εκεινο που αδειαζει.

ναι, μισανοιχτη μ' αφηνει
μετρωντας τις απωλειες του ειΝαι
με τα κομματια εκτεθειμενα να εκδικουνται
-αδιστακτο το βλεμμα με σκορπάει-
και πως θα ξαγρυπνω διχως τα νηματα του Αυγερινου
να υφαινουν την αποστολη μου;

ΜειΝε .

καταφατικα σου γνεφω
το οχι εχει μια αρνηση που επαψε να μ αφορα.
χερια ανοιχτα
αφηνονται στο καλεσμα γυμνα
λυγιζοντας τα παθη
που ετσι κι αλλιως θα προσπερνουσαν.


άτιτλο


Βίαια,
απoτρόπαια σημάδια
μ' εγκλωβίζουν στα ίχνη τους.
Στεγνά προδίδουν τα ανείποτα,
ευνουχισμένο ξέσπασμα  καραδοκεί.

Μιλάω.

Τι κενό που μοιάζει το γίγνεσθαι
όταν στερείται συνείδησης.
Ξέφτια από διακεκομμένους ορίζοντες ,
η άγονη οδός τους  απομυζά την εκ-πνοή μου.

Συνθήκη ευάλωτη
η ανάγκη  ματαιώνεται από αγύρτες νόμους.
Στα σκοτάδια δεν ξορκίζεται η παρακμή.

Άνανδρη ηθική  φοριέται στα υπόγεια.
Ξεπουλιέται το ήθος.
Κρατάω, ναι.
Για τη στιγμή που έρχεται.

Κρεμάνε κεφάλια γιατί έτσι γουστάρουν.
Ποιός ; Ουσίας άνευ.
Μακρυά από το ξέφωτο εσύ.
Εγώ να βλέπω.

Μόνο.

Αποφασίζει κι εκτελεί
το σύστημα της μετριότητας.
Χωρίς κατανόηση πιο δίπλα να ζεσταίνει,
η κάφτρα του τσιγάρου  λιγόστεψε ξανά.
κι η έννοια η συλλογική ξεψύχησε πριν να υπάρξει.

Απειλή,
όμως  ετούτος ο λυγμός ζωηρεύει ν'ακουστεί
-διχάζεται η διαδρομή-
Τα πόδια μου ακουμπούν τα βήματα
μα πάλι αλλού ίσως πάω.