Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Ανέβαινα

Ανέβαινα  δίχως να δω που βγάζει
οι ουρανοί κοβόντουσαν 
τ’ αστέρια σπαρταρούσαν 
σαν ματωμένες άμαξες  που ‘σερναν γαλαξίες
κι εκείνοι έχαναν το φως  να μην θρέψουν ό, τι αγριεύει την ψυχή 
σαν ταρακουνά τον θυμωμένο άνεμο 
ψάχνοντας για προσάναμμα στις άσωτες τις ώρες.

Τα δάκρυα στέγνωναν 

επάνω  στ’ άσπρο άλογο που χρόνια καβαλάω 
ως να προφτάσω την τυχερή  αχτίδα μου
που τη ζωή μου κλέβει
πουλώντας με σε ακριβές δύσβατες οθόνες.
Μοιάζει να συμπονώ τις άκρες της όταν μ'αγγίζει
γυρίζει, καθρεφτίζεται 

κι όλο ξανασηκώνομαι δίχως να ξέρω πώς.

 Ανέβαινα ανυποψίαστη

όταν μια αιθέρια μορφή μου έκλεισε τα μάτια 
απ' το άλογο τραυμάτισε το ένα του ποδάρι
για να μην δω που βρίσκομαι 

νιώσω ότι έφτασα όπου πρόσμενα 
 και σταματήσω .

Κι έτσι συνέχισα γιατί ήθελα να δω.

Ανέβαινα σαν έντομο  μέσα σε ρετσίνι
η φλέβα μου ανατρίχιασε

όταν στη μήτρα ξαφνικά ρίζωσε νέα ζωή  ν'ανθίσει .
Πέφτω απότομα στη γη ,
την ιστορία να θυμηθώ 
και να μου πει ποιά είμαι.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

χωρίς παράθυρα




 Φράσεις αποκολλήθηκαν
απ’ τον προορισμό τους
σαν ένα ωάριο που αργοπεθαίνει
αγονιμοποίητο
δίχως να δώσουν νόημα
σε μια ιδέα συλλογική
που πάλλεται να παραχθεί.

Ίσως γιατί δεν άντεξαν
να δουν πιο πέρα.
Ίσως γιατί οι άνθρωποι
μιλάνε χίλιες γλώσσες
που τις κρατάνε μέσα τους
να μην μεταφραστούν.

Σαλεύοντας σε άδειο σπίτι
χωρίς παράθυρα
ν’ ανοίγουν όταν νυχτώνει
με γείτονες που κατοικούν στο τίποτα
και πίνουνε στο χθες.

Σε ό, τι   μοιράστηκε εξ' αρχής
κάτω απ’ την ίδια στέγη
μα κόπηκε άνισα στη διαδρομή
σαν  μισοφέγγαρο αδειανό
που έστρεψε αλλού το βλέμμα.

Ιδέες που ζαλίστηκαν
να ψάχνουν ένα σώμα
 να βλέπει με τα όργανα ,
να σβήνει με τα μάτια
όσα πηγάζουν απ’ το εγώ
που σιγοκαίει οράματα
όπως το σπίτι η φωτιά,
όπως  το νου το λίγο.

Πορεύονται μοναχικά
τον οίστρο ν’ ανακτήσουν,
θεμέλια να μπουν γερά
σε μια πορεία ανυψωτική
το όλον ν'αναστήσει.

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Ένα κλικ

Ένα κλικ
 χρειάζεται για να συμβούν
μεγάλα λάθη ,
εισχωρόντας  σε μη αναστρέψιμη τροχιά
 κι αφού διακτινιστούν
καμπυλωτά να διέλθουν
από το ίδιο εστιακό σημείο.

Ένα κλικ
είναι ικανό να χαράξει
πορεία δίχως γυρισμό.
Το προκάλεσες να συμβεί
θέλοντας να ρισκάρεις.
Μαγεύτηκες απ'τη χροιάς της φωνής
που άκουσες μέσα σου να τρίζει.
Συνειδητά παραδόθηκες.

Ένα κλικ
 μετατοπίζει ό,τι δεν φάνηκε
και τρέχει ανυποψίαστα
έτσι ευτραφές ως έγινε
να προσπεράσει.

Ένα αστραπιαίο κλικ
 απαθανατίζει τη στιγμή
σημαδεύοντας ακούραστα
την περιρέουσα ύπαρξη ,
μα ίσως σωστά να έπραξες
ανοίγοντας τη χαρμόσυνη πύλη
σε όσα πεθύμησες βαθύτατα να ζήσεις.

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Φτερούγισμα

Μες στον αναστεναγμό σου
ταπεινοσύνη δίδαξες
όταν με ξόβεργες τα πόδια σου τρυπούσαν
και η λαλιά που έπαψε
έσταζε ανθό
και μύρα ευωδίαζε το σώμα σου
όταν το αίμα στράγγιξε
και πότισε το χώμα
μέσα στην αγριότητα ξεπρόβαλε αγιοσύνη.

Παρέμεινες στον ουρανό
σε φως γαλάζιο ξαγρυπνάς
λείπεις μα είσαι δίπλα όπως λες,
κατέβαινε πιο χαμηλά
να γίνουν όλα πράξη ,
η απραξία να κλείσει
μάτι στ'άδικο ότι την είδες.

Εσύ ανέστησες το ρίγος
από αλήθεια καμωμένο
που στην ψυχή φωλιάζει ,
τ’ αγκάθια καίει με λησμονιά
και στο καλό προσάναμμα τα τάζει.

Μήπως τα χρόνια πέρασαν
κι οι ώμοι σου κουράστηκαν
να κουβαλούν οδύνες;
Μήπως για την φωτιά που άναψε
οι θάλασσες στερέψαν;

Σβήνουν κι ανάβουν τα κεριά
σαν τα θωρεί η ματιά σου ,
στα πέτρινα τα λόγια τους
που τις ευχές της νιότης σου
κατάρες περιζώνουν
δίνοντας σάρκα στο δάκρυ
που με μοχθηρία κατρακυλάει και ζώνει.
Να βασιλέψει τ' άσπλαχνο
γένος προσδοκά.

Μέσα από τα χέρια σου
γεννιούνται δυο πουλιά
που φτερουγίζουν την αυγή
το ένα κουβαλά ένα κλαδί
με ζωγραφιά εσένα ,
την αλλαγή του κόσμου κελαηδά ,
τ’ άλλο ρίχνει στον ποταμό λευκό χαρτί
μαύρο μελάνι να χυθεί
να το ξεπλύνουν τ’ άστρα.

Προσμένουμε
το μέλλον που ανατρέπεται ,
η αγκαλιά μας θα είναι ανοιχτή
όταν αποφασίσεις Πότε.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Στείρα οχλαγωγία



   Περπάτησα πολύ
μέσα σε μια χαράδρα
που η άκρη της δεν είχε τελειωμό
δεν ανάσαινε το βάθος της
κι οι γύρω ρεματιές έδρεπαν τη βουή
απ’ το λαχανητό μου.

  Περπάτησα πολύ ,
συνάντησα ανθρώπους
με αλλοτριωμένα βλέμματα
από τις φρούδες υπονομεύσεις
των άκαρπων περασμάτων  και συνέχιζαν .

 Πανηγύριζαν την αμορφωσιά τους
κρυμμένοι πίσω απ’ τα καλάμια
των βαλτωμένων πόθων που σφυροκοπούσαν
 αντιλαλώντας στο κενό.
Οι καλαμιές λυγίζουν
σαν δεν στηρίζονται σε ρίζα γερή
 μες στη γεννήτρα γη.

  Στείρα σημάδια
παρακμιακής καθήλωσης
κρεμάμενα στις φυλλωσιές
με στάχτη  κλέβουν την παρτίδα.
 Ένα σημείο έψαχνα να σηκωθώ.

   Περπάτησα πολύ
ζυγίζοντας την μάζα μιας διάφανης κορδέλας
γαντζωμένη στον ουρανίσκο μου
εκλιπαρώντας να την τραβήξω
να πλεύσω Απέναντι
μη  με συμπαρασύρει το ρεύμα
της στείρας οχλαγωγίας κι αποκλίνω.

Ο βράχος


   Γλυκόξανθο  σούρουπο ευωδιάζει  ξανά ,
 φωνές  παιδιών χρωματίζουν τις νότες
η θάλασσα συνωμοτεί με τα βότσαλα
υπονομεύοντας τις στατικές κινήσεις των ανθρώπων
κι εγώ  κατεβαίνω στον βράχο
που μαζεύαμε πεταλίδες  ,
τον δικό μας βράχο που περίμενε
 να τον αφουγκραστούμε κι απόψε.
   Τις ξεκόλλαγες  με λαχτάρα ,
 τις φορούσες  απαλά
 γύρω από  τον λαιμό μου,
 ρουφώντας τες με το στόμα σου
ευτυχισμένος που πήραν τη δική μου γεύση.

    Κάθε μέρα
την ίδια ακριβώς ώρα μ’ έψαχνες
 να μου τις χαρίσεις ξανά.
Σαν έναν όρκο  που δεν σπάει από όστρακα
μα μεγαλώνει
σαν του αποκαλύπτονται δέσμες εκκίνησης
του απείρου.
  Έχει μια γλύκα σήμερα το σούρουπο
κι ας κρύωσε ο καιρός
κι ας ξεμακραίνει η εποχή.
Οι πεταλίδες δεν  έχουν  πια την ίδια σημασία
 κι ο βράχος σώπασε μόλις με είδε.

    Χλώμιασε το τοπίο
 ωραιοποίηση να του προσδίδουμε ,
δεν δίνει  παράταση
σ' εκείνο που τεχνηέντως γοητεύει .

  Τώρα μονάχα οι δυο μας
σ’ ένα δωμάτιο αδειανό
εστιάζοντας  σε ό,τι δεν τόλμησε
να λάβει θέση .

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Το νερό δροσίζει όσους διψούν


    Η Μέλπω βρέθηκε για λίγες μέρες στο χωριό που είχε χρόνια να επισκεφτεί. Εκεί πέρασε ανέμελα τα παιδικά της χρόνια σαν τίποτα να μην προμήνυε το απαξιωτικό ύφος των ημερών που διανύει σήμερα. Κάθησε στο κατώφλι της  εγκατελειμένης κουζίνας της  αγαπημένης της γιαγιάς -έξω στον κήπο-παρατηρώντας τη σκόνη που είχε μαζευτεί στο ξύλινο τραπέζι ,εκεί που κάποτε άνοιγαν  φύλλα οι δυό τους για την πίτα της Κυριακής.   Κοίταζε λυπημένη για ώρες κι αναρωτιόταν πού χάθηκαν όλα.  Η σκέψη αυτή της φέρνει θλίψη προς στιγμήν κι ας έχει περάσει καιρός.
    Τα μυρωδικά ξεχύθηκαν από τη μνήμη που ανέσυρε απ'το μπαουλάκι τις εικόνες που κάποτε έσφυζαν από ζωή κι αθωότητα.Η ποδιά με τις πράσινες τουλίπες της γιαγιάς, ο φούρνος με τα ξύλα , ο φρέσκος μαιντανός που μοσχοβολούσε καθώς τον ψιλόκοβε με τα χέρια της, οι σπόροι που έριχναν μαζί στο χώμα δίπλα από το σκαλιστό από πέτρα πεζούλι για να φυτρώσουν πανσέδες την άνοιξη και τόσα άλλα.
   ΄Ελαμψε το προσωπό της και τα χείλη της που ήταν μελανιασμένα από το κρύο πήραν χρώμα καθώς ξεπρόβαλλαν μια- μια οι εικόνες.  .Ακόμη και η  λεμονιά που βρίσκονταν στην αυλή κι έκανε σκιά με τα μεγάλα φύλλα  της στην αφόρητη ζέστη, την ταξίδεψε στο κίτρινο όπως τότε που κρατούσε λεμονάκια, τους "μικρούς ήλιους στα χέρια της" ,όπως έλεγε, που έσμιγαν με την Ανατολή. Αλλαγμένες σκηνές του σήμερα ναρκώνουν το χθες , δεν μπορεί όμως να το καταργούν.
    Ξαφνικά ακούστηκε η φωνή της μικρής της κόρης που ζήταγε να πιεί νερό από την βρύση στον κήπο. Την βρύση εκείνη που έσταζε δροσιά μέσα στο καλοκαίρι και ξεδίψαγε τις νύχτες της.  Προς μεγάλη έπληξη της Μέλπως , παρόλο το διάστημα που μεσολάβησε,   η βρύση έτρεχε το ίδιο κρυστάλλινο νερό όπως τότε.  Να ήταν κι από την ίδια πηγή;! Ποιός ξέρει ! Σημασία είχε ότι έτρεχε καθαρό σαν να μην το είχε ακουμπήσει καμιά σκόνη και  διάφορα χαζολοίδια των ημερών που θολώνουν.
    Χωρίς να το σκεφτεί λεπτό  και με μεγάλη χαρά , έδωσε στην μικρή να πιεί , ήπιε κι εκείνη κι άρχισε να της διηγείται τις πολύτιμες χρωματιστές  μέρες  που έζησε με την γιαγιά .
Η γεύση του νερού ήταν ίδια σαν τότε που ήταν κι εκείνη παιδί.  Ήταν η στιγμή που οι ρίζες της κι ό,τι όμορφο κουβαλούσε, θα έμπαιναν γερά θεμέλια για την ροή της συνέχειας και την θωράκιση του χαρακτήρα του παιδιού της απέναντι στο άνοστο ,άοσμο κι άγευστο κομμάτι που καραδοκεί στην γωνία μήπως κάτι έχει χαθεί και δεν βρίσκει τον δρόμο.
   Ένιωσε γαλήνη και ικανοποίηση συνάμα σαν μια αίσθηση χρέους στην ζωή αλλά και σίγουρη ότι τα νόστιμα ευγενή μυρωδικά μένουν ανέπαφα με τεράστιες δονήσεις δύναμης στο χωροχρόνο αρκεί να ξεκαθαρίζονται πότε -πότε από το μπαούλο τα περιττά . Είναι εδώ να συντονίζουν το παρόν.
 Μ' ένα χαμόγελο στα χείλη οι δυο τους,  πήραν τον δρόμο του γυρισμού στην πόλη. Η μικρή έχει σχολείο αύριο και πρέπει να ξυπνήσει νωρίς ,φρέσκια για τη επόμενη μέρα όπου θα συναντήσει τους φίλους της . Έχουν πολλά να πούνε .