Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Στείρα οχλαγωγία



   Περπάτησα πολύ
μέσα σε μια χαράδρα
που η άκρη της δεν είχε τελειωμό
δεν ανάσαινε το βάθος της
κι οι γύρω ρεματιές έδρεπαν τη βουή
απ’ το λαχανητό μου.

  Περπάτησα πολύ ,
συνάντησα ανθρώπους
με αλλοτριωμένα βλέμματα
από τις φρούδες υπονομεύσεις
των άκαρπων περασμάτων  και συνέχιζαν .

 Πανηγύριζαν την αμορφωσιά τους
κρυμμένοι πίσω απ’ τα καλάμια
των βαλτωμένων πόθων που σφυροκοπούσαν
 αντιλαλώντας στο κενό.
Οι καλαμιές λυγίζουν
σαν δεν στηρίζονται σε ρίζα γερή
 μες στη γεννήτρα γη.

  Στείρα σημάδια
παρακμιακής καθήλωσης
κρεμάμενα στις φυλλωσιές
με στάχτη  κλέβουν την παρτίδα.
 Ένα σημείο έψαχνα να σηκωθώ.

   Περπάτησα πολύ
ζυγίζοντας την μάζα μιας διάφανης κορδέλας
γαντζωμένη στον ουρανίσκο μου
εκλιπαρώντας να την τραβήξω
να πλεύσω Απέναντι
μη  με συμπαρασύρει το ρεύμα
της στείρας οχλαγωγίας κι αποκλίνω.

Ο βράχος


   Γλυκόξανθο  σούρουπο ευωδιάζει  ξανά ,
 φωνές  παιδιών χρωματίζουν τις νότες
η θάλασσα συνωμοτεί με τα βότσαλα
υπονομεύοντας τις στατικές κινήσεις των ανθρώπων
κι εγώ  κατεβαίνω στον βράχο
που μαζεύαμε πεταλίδες  ,
τον δικό μας βράχο που περίμενε
 να τον αφουγκραστούμε κι απόψε.
   Τις ξεκόλλαγες  με λαχτάρα ,
 τις φορούσες  απαλά
 γύρω από  τον λαιμό μου,
 ρουφώντας τες με το στόμα σου
ευτυχισμένος που πήραν τη δική μου γεύση.

    Κάθε μέρα
την ίδια ακριβώς ώρα μ’ έψαχνες
 να μου τις χαρίσεις ξανά.
Σαν έναν όρκο  που δεν σπάει από όστρακα
μα μεγαλώνει
σαν του αποκαλύπτονται δέσμες εκκίνησης
του απείρου.
  Έχει μια γλύκα σήμερα το σούρουπο
κι ας κρύωσε ο καιρός
κι ας ξεμακραίνει η εποχή.
Οι πεταλίδες δεν  έχουν  πια την ίδια σημασία
 κι ο βράχος σώπασε μόλις με είδε.

    Χλώμιασε το τοπίο
 ωραιοποίηση να του προσδίδουμε ,
δεν δίνει  παράταση
σ' εκείνο που τεχνηέντως γοητεύει .

  Τώρα μονάχα οι δυο μας
σ’ ένα δωμάτιο αδειανό
εστιάζοντας  σε ό,τι δεν τόλμησε
να λάβει θέση .

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Το νερό δροσίζει όσους διψούν


    Η Μέλπω βρέθηκε για λίγες μέρες στο χωριό που είχε χρόνια να επισκεφτεί. Εκεί πέρασε ανέμελα τα παιδικά της χρόνια σαν τίποτα να μην προμήνυε το απαξιωτικό ύφος των ημερών που διανύει σήμερα. Κάθησε στο κατώφλι της  εγκατελειμένης κουζίνας της  αγαπημένης της γιαγιάς -έξω στον κήπο-παρατηρώντας τη σκόνη που είχε μαζευτεί στο ξύλινο τραπέζι ,εκεί που κάποτε άνοιγαν  φύλλα οι δυό τους για την πίτα της Κυριακής.   Κοίταζε λυπημένη για ώρες κι αναρωτιόταν πού χάθηκαν όλα.  Η σκέψη αυτή της φέρνει θλίψη προς στιγμήν κι ας έχει περάσει καιρός.
    Τα μυρωδικά ξεχύθηκαν από τη μνήμη που ανέσυρε απ'το μπαουλάκι τις εικόνες που κάποτε έσφυζαν από ζωή κι αθωότητα.Η ποδιά με τις πράσινες τουλίπες της γιαγιάς, ο φούρνος με τα ξύλα , ο φρέσκος μαιντανός που μοσχοβολούσε καθώς τον ψιλόκοβε με τα χέρια της, οι σπόροι που έριχναν μαζί στο χώμα δίπλα από το σκαλιστό από πέτρα πεζούλι για να φυτρώσουν πανσέδες την άνοιξη και τόσα άλλα.
   ΄Ελαμψε το προσωπό της και τα χείλη της που ήταν μελανιασμένα από το κρύο πήραν χρώμα καθώς ξεπρόβαλλαν μια- μια οι εικόνες.  .Ακόμη και η  λεμονιά που βρίσκονταν στην αυλή κι έκανε σκιά με τα μεγάλα φύλλα  της στην αφόρητη ζέστη, την ταξίδεψε στο κίτρινο όπως τότε που κρατούσε λεμονάκια, τους "μικρούς ήλιους στα χέρια της" ,όπως έλεγε, που έσμιγαν με την Ανατολή. Αλλαγμένες σκηνές του σήμερα ναρκώνουν το χθες , δεν μπορεί όμως να το καταργούν.
    Ξαφνικά ακούστηκε η φωνή της μικρής της κόρης που ζήταγε να πιεί νερό από την βρύση στον κήπο. Την βρύση εκείνη που έσταζε δροσιά μέσα στο καλοκαίρι και ξεδίψαγε τις νύχτες της.  Προς μεγάλη έπληξη της Μέλπως , παρόλο το διάστημα που μεσολάβησε,   η βρύση έτρεχε το ίδιο κρυστάλλινο νερό όπως τότε.  Να ήταν κι από την ίδια πηγή;! Ποιός ξέρει ! Σημασία είχε ότι έτρεχε καθαρό σαν να μην το είχε ακουμπήσει καμιά σκόνη και  διάφορα χαζολοίδια των ημερών που θολώνουν.
    Χωρίς να το σκεφτεί λεπτό  και με μεγάλη χαρά , έδωσε στην μικρή να πιεί , ήπιε κι εκείνη κι άρχισε να της διηγείται τις πολύτιμες χρωματιστές  μέρες  που έζησε με την γιαγιά .
Η γεύση του νερού ήταν ίδια σαν τότε που ήταν κι εκείνη παιδί.  Ήταν η στιγμή που οι ρίζες της κι ό,τι όμορφο κουβαλούσε, θα έμπαιναν γερά θεμέλια για την ροή της συνέχειας και την θωράκιση του χαρακτήρα του παιδιού της απέναντι στο άνοστο ,άοσμο κι άγευστο κομμάτι που καραδοκεί στην γωνία μήπως κάτι έχει χαθεί και δεν βρίσκει τον δρόμο.
   Ένιωσε γαλήνη και ικανοποίηση συνάμα σαν μια αίσθηση χρέους στην ζωή αλλά και σίγουρη ότι τα νόστιμα ευγενή μυρωδικά μένουν ανέπαφα με τεράστιες δονήσεις δύναμης στο χωροχρόνο αρκεί να ξεκαθαρίζονται πότε -πότε από το μπαούλο τα περιττά . Είναι εδώ να συντονίζουν το παρόν.
 Μ' ένα χαμόγελο στα χείλη οι δυο τους,  πήραν τον δρόμο του γυρισμού στην πόλη. Η μικρή έχει σχολείο αύριο και πρέπει να ξυπνήσει νωρίς ,φρέσκια για τη επόμενη μέρα όπου θα συναντήσει τους φίλους της . Έχουν πολλά να πούνε .